Εξώφυλλο

Ιανουαρίου 14, 2012

Αφιέρωση

Ιανουαρίου 14, 2012

ΑΛC ΙΧΗ ΧΑΝ

Επιγραφή

Ιανουαρίου 14, 2012

O Bulkington! Bear thee grimly, demigod! Up from the spray of thy ocean-perishing- straight up, leaps thy apotheosis!

Herman Melville, Moby-Dick or, The Whale

Α

Ιανουαρίου 14, 2012

κι ήτανε απ’ τα σπλάχνα αυτά
να βγάλεις

1.

Ιανουαρίου 14, 2012

Καθόσουνα μονάχη στο γέρμα των καιρών * λησμονημένη * εσύ που γέννησες μονάχα τον θάνατο * και την χολή * μέσα απ’ τα σπλάχνα * μάτια γατιών τα μάτια σου * που λαμπυρίζουν στο σκοτάδι * περίγυρα στο χώμα καρφωμένα * τα γκαβλωμένα σίδερα * οι ξιφολόγχες * ντούμπα τα πτώματα * κι οι κρεμασμένοι στο ικρίωμα περήφανα μπρος σου να στέκουν τη γλώσσα βγάζοντας σου τη μπλαβιά * σαν τις μαγικές τις φλόγες τις ημίνεκρες * κάτω απ’ τα πόδια τους κάτω απ’ τα σκέλια* βρέφη θαμμένα μες το χώμα* φυτρώνουνε ξανά οι μανδραγόρες * εγώ σε πλησίασα σιγανά πατώντας * κι αμίλητος σου άπλωσα το χέρι * κι εσύ που δεν ξέβρασες παρά τον θάνατο μονάχα * με χείλη τρεμάμενα με μάτια ορθάνοιχτα και σπαράζοντα στήθη * κι εσύ που άλλο δεν ήσουν παρά ένα σακί από κόκκαλα * που πάνω στο χώμα σφάδαζε και θρυμματίζονταν * με ακολούθησες

2.

Ιανουαρίου 14, 2012

Να ξεσκίσουν τα σπλάχνα του κόσμου τα μαλλιά σου
να φανείς σαν ξημέρωμα

Ήταν η μόνη που μπορούσε να με λυτρώσει
Την φανταζόμουνα ενθουσιώδη
να κάθεται στο μικρό γραφείο της
και να μου γράφει φλογισμένα γράμματα
μιλώντας μου για τον καιρό

Πως τα λεπτεπίλεπτα δάχτυλά της
βουτάνε την πένα στο μελάνι
βιαστικά και βίαια
τι ώρα παίρνει το πρωινό της τσάι
πως κάνει έρωτα τα απογεύματα
Αποφάσισα να την προσκαλέσω στο σπίτι των προγόνων μου
με τα νεκρά δωμάτια
τις σφαλισμένες πόρτες
και τα παλουκωμένα κεφάλια των υπηρετών
που φαγώθηκαν ή αυτοκτόνησαν
σε ξεσπάσματα παραφροσύνης
και στολίζουν τώρα το πέτρινο καθιστικό
Οι προπάτορές μου κρεμασμένοι
γύρω απ’ τη μεγάλη σκάλα
αυτοί που έσπειραν με κουφάρια το χώμα
κι αργότερα στη θέση τους μαύρα φυτρώσανε δάση
Βαρύ ‘ναι το χώμα που τους σκεπάζει
Μόνο σαν κρέμονται στον παγωμένο τοίχο
γύρω απ’ τη σκάλα
επικριτικά με κοιτούνε
«Ακόμα σε περιμένουμε»

Κι εσύ πυρωμένη να καις
και να μην καίγεσαι

3.

Ιανουαρίου 14, 2012

Κουφάρια σαν καμπάνες κουδουνίζαν * με ήχους απ’ το μέσα του κόσμου βγαλμένους * κι εκείνος κρεμασμένος * με λιωμέ-νη τη γλώσσα του * τα δόντια να γυαλίζουν * και λίγη τη σάρκα του ανάκατη με τούφες * λες κι από αδράνεια είχαν τα νύχια * στα άκρα του μεγαλώσει * μετά τον αδυσώπητο τον χτύπο του θανάτου * κι αν ώρα μου πήρε να τον ξεκρεμάσω * όπως φο-βόμουνα μην και μου σπάσει * στον ώμο τον φόρτωσα * έπρε-πε να φύγουμε απ’ το δάσος πριν να νυχτώσει * οι μπλε φωτιές μην μας προλάβουν * να μην μας σφίξουν το λαιμό μας σαν αγχόνες * κι αργότερα σαν ώριμα σκάσουμε φρούτα * ήτανε κι αυτή η πηγή που με μια γουλιά χαρίζει ότι κανείς ονειρευτεί * ο καβαλάρης που με του χεριού το σήκωμα κάνει να μαραίνον-ται τα σώματα * μα κι εκείνη η γραφή η μυστική * που λέει πως ο θάνατος απ’ το νερό θα έρθει * και θα μας πνίξει μέσα του όλους

Αν

Ιανουαρίου 14, 2012

κι ήτανε απ’ τα σπλάχνα αυτά να βγάλεις * ανάποδο τον κόσμο

4.

Ιανουαρίου 14, 2012

Σ’ αυτιά μου χωθήκαν στο νερό * συνήθισε το βλέμμα μου τη λάσπινη θολούρα * τους είδα τότε να στέκουν στον βυθό * νεκροί κι ημίνεκροι * άλλοι δεμένοι στον πάτο * μ’ αλυσίδες στα πόδια * να αιωρούνται σαν νάρκες * σαν φύκια να κυματίζουν τα μαλλιά τους * άλλοι πλακωμένοι από βράχους θεόρατους * σάπιοι οι μισοί * τα ψάρια να τους τρώνε λίγο λίγο * άλλοι σκεπασμένοι σχεδόν απ’ τη λάσπη * να βγαίνουν απ’ τις κόγχες των ματιών τους ανεμώνες * ακίνητοι κουνώντας μονάχα το στόμα * και λέγοντας τραγουδιστά κάτι ιστορίες ξεχασμένες

Ήτανε το τραγούδι τους μια χαρμολύπη
κι οι φωνές τους λαβωμένες κι οι ιστορίες τους ακούγονταν στριχνές και γλυκές συνάμα
σαν ωδές θηρίων
και λέγανε γι’ αυτούς που από το σκότος φύτρωσαν
για κείνη την παράξενη πληγή που μάτωνε που δάκρυζε
και που ρουφούσε
για κείνους που τρέξανε στα γόνατα
ανάμεσα ζωή να πιούνε
και μέσα της για πάντα χάθηκαν σαν τους κατάπιε

Απ’ τα νερά τότε ξεπρόβαλε φλεγόμενη εκείνη
ελπίδες τα στήθια της
για να ταΐσει μ’ αυτά τους εραστές της

5.

Ιανουαρίου 14, 2012

Εκείνον συνάντησα κάποτε * που οι ιστορίες λένε πως τον αρ-νήθηκε κι ο Θάνατος ακόμα * και αιώνια τον καταδίκασε * να σπαράζει και να τρώει τους δικούς του * είχε μισθώσει όμως αυτός κάτι κατσίβελους * για να τον πάνε σε κάποια χώρα μακρινή * μα εκείνοι με πέτρες γέμισαν το μαύρο φέρετρό του * και σ’ αυτήν τον ρίξανε την παγωμένη λίμνη * ρεύματα δυνατά του ανοίξαν το καπάκι * κι εκείνος έστεκε μονάχος όπως πάντα * το στόμα του ανοιγόκλεινε * με κείνα τα δόντια που τρυπήσανε τον χρόνο * λαμπύριζαν φτιαγμένα λες και από φώσφορο * κι άκουσα τούτον το μονόλογο * που τον ακούγανε * πριν ξεψυχήσουνε * τα ψάρια

Αιώνες με τα χέρια μου έσκαψα και χώμα με ματωμένα νύχια και ξέξασπρα δόντια σώματα διαμέλισα
ολοφυρόμενος στρατιώτες παλούκωσα
με λόγχες τα χάρτινά τους στήθη διαπέρασα
μέχρι που οι ωκεανοί του αίματος με φέρανε σε κείνον
Ένα πανάρχαιο νόμισμα στο στόμα του έβαλα σαν τον συνάντησα
για το μακρύ ταξίδι
κι εκείνος
δέχτηκε την πρόσκλησή μου ενθουσιωδώς

Με αγωνία τον περίμενα
ώρα μεσάνυχτα
στο σκοτεινό το σταυροδρόμι
όπως κανείς προσμένει τον θάνατο
με ένα τρέμουλο στα χέρια
υπηρέτης ντυμένος
τα κουρέλια των νεκρών υπηρετών μου
τον οίκο μου που φθίνει
μην αισθανθεί
καθώς στο κάστρο θα τον οδηγούσα
των προγόνων μου

Βιαστικός σαν έφτασε
κοντοστάθηκε μια στιγμή
σαν να μην ήξερε τι να ‘πρεπε να κάνει
εγώ όμως έκανα χωνί τα χέρια μου
στο στόμα τα μάτια μου μάτια γατιών
που λαμπυρίζουν στο σκοτάδι

«Ιωνάθαν του φώναξα

Ιωνάθαν»

Τα κόκκαλα τρεκλίζανε πέρα στην πράσινη κοιλάδα
με τους ποντικούς
κι οι βράχοι μια κόκκινη βγάζαν σκιά
κάτω απ’ το φεγγαρόφωτο
ποτισμένη από αιώνες αίματος
«Χιλιάδες περάσαν οι νεκροί
για να συναντηθούμε»
Ώσπου μια δίνη ξέσπασε
λες και γεννήθηκε απ’ τη σκόνη που στροβίλιζε
στο βραδινό το φεγγαρότατο
χέρια και πόδια και μαλλιά
μια δίνη που ξέρναγε
και δεν ρουφούσε
δάχτυλα και γόνατα και ώμους
και μπρος του εμφανίστηκαν

Καρμίλλα Σαλώμη Ιουδήθ
Τα στήθια τους γεμάτα γάλα
πιο όμορφες απ’ την ζωή
και πέρα μακριά απ’ το θάνατο
Λίγα λεπτά τον πρόλαβα πριν ξεψυχήσει
Αδύναμο
να τον ρουφάνε τρεις
«Μην τον αγγίζετε
Μην τον αγγίζετε
Είναι δικός μου!»
τους φώναξα
Γιατί ο χρόνος χώμα δεν μ’ άφησε
να χώσω τα κόκαλά μου
κι ήταν ο μόνος που μου είχε απομείνει
Κι αυτός ημιθανής
ψυχορραγώντας
γύρισε το κεφάλι σιγανά στο μέρος μου
«Ποιος είσαι
Ποιος είσαι»
με ρώτησε

«Ο Γιός μιας σκύλας είμαι

Ένας πούστης μακάβριος
και θλιμμένος»
απάντησα